Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Με τον τρόπο της Κικής


Τα άστρα
Ψυχές ανθρώπων που λάμπουν στον ουρανό
Δίνοντας γαλήνη και ελπίδα σε κάθε περαστικό
Που ξέρουν όλα της νύχτας τα μυστικά
Μικρά , μεγάλα, φοβερά.
 
Ο ήλιος
Ζωής κι αλήθειας πηγή
Περήφανος κάνει τον κύκλο γύρω απ’ τη γη
Ως το τέλος του κόσμου
Ως που να χωρίσουμε , φως μου…
 
Η σελήνη
Βασίλισσα της νύχτας,
Φάρος στη μέση τα’ ουρανού
Παρακολουθεί τα πάντα αφ’ υψηλού
Μη παρεμβαίνοντας ποτέ…

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Ο Καθρέφτης


Κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω εσένα,
δε βλέπω εμένα.
Ώρες ατελείωτες κοιτώ τη μορφή σου
Δεν κουράστηκα να σε κοιτώ
Κουράστηκα να μην μπορώ να σε φτάσω.
Όποτε παρασύρομαι απ’ την εικόνα σου
και απλώνω το χέρι να σ’ αγγίξω
τα δάχτυλά μου ανατριχιάζουν απ’ το κρύο γυαλί
δεν αγκαλιάζουν τη ζεστασιά του κορμιού σου.
Δεν κουράστηκα να σε κοιτώ
Κουράστηκα να μην μπορώ να σε φτάσω.
Μαύρα πανιά αρπάζω μα δεν τολμώ.
Αναρωτιέμαι, τι είναι χειρότερο,
Να σε βλέπω, να μην σ’ αγγίζω
Ή να μην σε βλέπω καθόλου.
Ώσπου να βρω απάντηση
θα βρίσκομαι ήδη
στην άλλη μεριά του καθρέφτη.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ


Κοιτάζω έξω
Τα μάτια μου φεύγουν παραέξω
Μα η καρδιά μένει μέσα
Μέσα από το παράθυρο
Περιμένει υπομονετικά
Εσύ εκεί, εγώ εδώ
Ένα λεπτό τζάμι μας χωρίζει
Τόσο μικρό μα και τόσο μεγάλο
 
Κοιτάζω έξω
Τα χείλη μου φεύγουν παραέξω
Ψάχνω για σένα
 Περιμένω για σένα
Τα σύννεφα παίρνουν τη δική σου μορφή
Κι όμως εσύ
Είσαι τόσο μακριά και τόσο κοντά.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΠΕΤΑΜΕΝΑ


Του κόσμου τα παπούτσια είν’ απλωμένα
στο πάτωμα μπλεγμένα ένα σωρό
αγκράφες και κορδόνια στιβαγμένα
ένα τσουβάλι χρώματα θαρρώ..
 
Γοβάκια με καμάρι φορεμένα
σπορτίφ ή  κυριλάτα ταιριασμένα
και φλατ ή μπότες ή και πέδιλα ακόμα
μες τις ντουλάπες εν σειρά αραδιασμένα
 
Παπούτσια που στα πόδια μας φαντάζουν
πανέμορφα με τάξη γυαλισμένα
και μες τις λάσπες μόλις θα βουλιάξουν
θα γίνουν σαν τα όνειρα … σβησμένα!
 
Ένα κουβάρι της καρδιάς τα αισθήματά μας
που υφαίνει της ζωής μας τον ιστό
και ξετυλίγεται και πλέκει μετρημένα
τα όνειρα, τις λύπες, τον  καημό.
 
Ένα κουβάρι μέσα μας μπλεγμένο
τα θέλω μας, τα πρέπει , τα μπορώ
και σαν τα χρώματα ατονίσουνε θα μοιάσουν
παπούτσια πεταμένα ένα σωρό…